Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

ΙΕΚ Θεσσαλονίκης. Κτίριο Δημόκριτος
Ειδικότητα : Τέχνη της τοιχογραφίας, αγιογραφίας
Μάθημα: Aισθητική και τέχνη
Kαθηγητής : Πετρόπουλος Δημήτρης. Πτυχιούχος Σχολής καλών τεχνών.
Μάθημα:
Η Αναγέννηση (Marsilio Ficino, Giordano Bruno) και η θεωρία της ζωγραφικής (Leon battista Alberti) μέρος πρώτο
         
          Στα διακόσια χρόνια που μπορούν να χαρακτηριστούν Αναγέννηση (από την γέννηση του Ν.Cusanus (1401) έως τον θάνατο του Giordano Bruno (1600) κανένας μεγάλος φιλόσοφος δεν ασχολήθηκε με τα προβλήματα της αισθητικής.
Αυτό βέβαια είναι άξιο απορίας αν συλλογιστούμε στην τεράστια άνθηση της δημιουργικής ενέργειας που πραγματοποιήθηκε στις πλαστικές τέχνες, στην ποίηση και στην μουσική οι καρποί της οποίας έμελε να πλουτίσουν πολύ τον δυτικό κόσμο.
          Η σχολαστική φιλοσοφία είχε φτάσει σε ένα στάδιο παγίωσης και ο ακαδημαϊκά κυρίαρχος αριστοτελισμός γινόταν αρτηριοσκληρωτικός. Η νέα και ελπιδοφόρα φιλοσοφία αυτής της περιόδου ήταν ο Πλατωνισμός ή Νεοπλατωνισμός. Μερικές από τις βασικές ιδέες τους συνετέλεσαν πολύ στην ελευθερία και την ευφορία της αναγεννησιακής παιδείας και η γενική τους φιλοσοφία είχε σημαντικές συγγένειες με την αισθητική.
          Δύο φιλόσοφοι που εντάσσονταν με την ευρύτερη έννοια σ’ αυτήν την παράδοση ήταν ο Marsilio Ficino και ο Giordano Bruno που και οι δύο είχαν εμποτιστεί με τις αντιλήψεις του νεοπλατωνισμού.
Marsilio Ficino
          Κινητήριο πνεύμα του νεοπλατωνισμού της αναγέννησης πρώτος μεταφραστής του Πλωτίνου και όλων των έργων του Πλάτωνα, ιδρυτής της νέας ακαδημίας το 1462. Στα έργα του, σχόλια στο συμπόσιο του Πλάτωνα και στο Theologia platonika, o ficino διαπραγματεύεται μεταφυσικά προβλήματα,  που σχετίζονται με την αισθητική.
          Εκεί μέσα διακρίνουμε ιδέες του Πλωτίνου, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ιερού Αυγουστίνου  αναβαπτισμένες με νέο τρόπο και συνδυασμένες με πρωτότυπο τρόπο.
          Ο Ficino υποστηρίζει ότι ο θεϊκά πλασμένος κόσμος είναι ένα σύμπλεγμα από μορφές και ιδέες που ονομάζεται στα ελληνικά κόσμος, δηλαδή ευταξία.
          Το θέλγητρο αυτής της ευταξίας είναι η ομορφιά
          Κατόπιν ορίζει την αγάπη ως επιθυμία για ομορφιά και αυτή συνίσταται στο να έλκεται κανείς προς το αγαθό με την όψη του ωραίου.
          Η γοητεία που συνιστά το ωραίο έγκειται στην αρμονία των στοιχείων: στην αρμονία των αρετών μέσα στην ψυχή, των χρωμάτων και των γραμμών στα ορατά πράγματα, των ήχων στην μουσική. Εκείνη η αρμονία της ψυχής γίνεται αντιληπτή με το νου, του σώματος με τα μάτια και των ήχων με τα αυτιά και μόνο.
          Ο Ficino υποστηρίζει ότι το ωραίο πρέπει να είναι άυλο, όπως το φως είναι άυλο, αφού είναι μια ιδιότητα των αρετών, καθώς και των θεαμάτων και των ακροαμάτων. Και υποστηρίζει ότι αν ένα σύνθετο υλικό αντικείμενο δεν έχει προπαρασκευασθεί με διάταξη, αναλογία και διακόσμηση δεν είναι έτοιμο να δεχθεί την ομορφιά.
          Τι είναι λοιπόν η ομορφιά του σώματος: Δραστηριότητα, ζωντάνια και μια ορισμένη χάρη που ακτινοβολεί στο σώμα επειδή αυτό έχει εμποτιστεί με την ίδια του την ιδέα. Αυτό το είδος της λάμψης δεν μεταβιβάζεται στην ύλη αν η ύλη δεν έχει προπαρασκευασθεί με επιμέλεια.
          Ο 'εμποτισμός με την ίδια του την ιδέα' σημαίνει ότι υπάρχει στο νου μια πλατωνική μορφή της αληθινής ιδέας του ανθρώπου που παραβάλλεται με την πραγματικότητα και έτσι διαφαίνεται σ' αυτήν.
          Σε γενικές γραμμές ο Ficino αποδίδει ένα υπερβατικό στοιχείο σε καθετί το ωραίο. Και χάρη σ' αυτό το στοιχείο το ωραίο μπορεί να αφυπνίσει την αγάπη ως τις υψηλότερες επιθυμίες και να γίνει ένα μονοπάτι που οδηγεί στην θέα του θεϊκού.
          Το ωραίο λοιπόν στο ficino έχει σχέση με την θέαση και συγκεκριμένα λέει ότι η θέαση συνίσταται στην απομάκρυνση ή στην απόσπαση ως ένα βαθμό της ψυχής από το σώμα και από την ενασχόληση με τα υλικά πράγματα. Στην εσωτερική εμπειρία που είναι το αποτέλεσμα αυτής της απομάκρυνσης χάρη σε μια καθαρά λογική συνείδηση ο γνώστης θεάται τις μορφές και γίνεται γαλήνιος και νηφάλιος καθώς περιβάλλεται από την αιώνια τάξη τους. Ο Ficino πιστεύει ότι αυτή η εμπειρία υπάρχει σε κάθε δημιουργική δραστηριότητα γιατί σε κάθε τέχνη απαιτείται ορισμένη αυτοσυγκέντρωση μια προσήλωση σ' αυτό που δεν υπάρχει ακόμα παρά μονάχα ως κατι το ιδεατό ή το μελλοντικό.
Giordano Bruno (1548 - 1600)
          O Βruno ξεχωρίζει την αντίθεση ανάμεσα στην αισθητή ομορφιά και την καθαρή και απόλυτη. Υπάρχει κίνδυνος σ' αυτόν / ην  που παραδίδεται στην αισθητή ομορφιά να μην γνωρίσει την απόλυτη. Αλλά συμφωνεί ότι αν προσεγγισθεί η κατώτερη ομορφιά με το σωστό πνεύμα τότε αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γέφυρα για την αγάπη της ανώτερης.
          Έτσι αυτό που προκαλεί την έλξη της αγάπης για το σώμα είναι μια πνευματικότητα που βλέπουμε σ' αυτό και που ονομάζεται ομορφιά. Και συνίσταται όχι στις μεγαλύτερες ή μικρότερες  διαστάσεις αλλά στην συμφωνία και αρμονία των μελών και των χρωμάτων του.
          Και συνεχίζει λέγοντας ότι το ωραίο δεν επαρκεί να είναι μονάχα αυτή η μορφή, που η φύση όρισε να είναι μέσα στο νου του ανθρώπου αποτυπωμένη και παρούσα στην ψυχή του. Αλλά κάτι γενικότερο ένα πιο απόλυτο ον, που δεν έχει περίγραμμα ούτε όρια, εκείνο που είναι πραγματικά ωραίο και οδεύεις προς αυτό χάρη στην μέθεξη με τη προηγούμενη αποτύπωση της μορφής.
          Το βιβλίο του Bruno είναι κάτι σαν αποθέωση του ποιητή και καλλιτέχνη. Προχωρεί πέρα από κάθε προαναγεννησιακό Πλατωνιστή προς την ανακήρυξη της ομορφιάς σε τρόπο ζωής σε θρησκεία. Σύμφωνα με αυτόν ο καλλιτέχνης θεωρείται ανώτερος άνθρωπος έχει μια μοναδική ιδιοφυία που ξεπερνάει κάθε κανόνα, είναι ένας ήρωας που χρειάζεται ελευθερία και πεδίο δράσης, που σφραγίζει το έργο του με την προσωπικότητα του.
Θεωρία της ζωγραφικής
          Τα υψηλόφρονα συναισθήματα των νεοπλατωνιστών μας δείχνουν την μια πλευρά της αισθητικής σκέψης της Αναγέννησης. Αλλά για να δούμε την άλλη πλευρά πρέπει να στραφούμε από τους φιλοσόφους στους θεωρητικούς καλλιτέχνες των τεχνών. Και αυτό γιατί η περίοδος εκείνη χαρακτηρίζεται όχι μόνο από την δημιουργία πλήθους μεγάλων έργων αλλά και από έντονο στοχασμό για  τις θεωρητικές αρχές αυτών των έργων.
          Σχετικά με τις οπτικές τέχνες μπορούμε να σχηματίσουμε μια σχετικά ακριβή ιδέα για το τι ήταν καινούργιο και σημαντικό αν εξετάσουμε την σκέψη των τριών θεωρητικών της τέχνης που ανήκουν σ' αυτήν την περίοδο. Του Leon battista Alberti, του Leonardo da Vinci και του Albert Durer.
O Alberti (1409 - 1472) στα βιβλία του περί ζωγραφικής (τρία βιβλία -1435) περι γλυπτικής (1 βιβλίο -1435) και περί αρχιτεκτονικής 10 βιβλία παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό και πρωτότυπο γνώρισμα.
Υπάρχει ένας αξιοσημείωτος συνδυασμός επιμελούς εμπειρικής έρευνας και συστηματικού ενδιαφέροντος για την θεωρία. Ο εμπειρισμός είναι διάχυτος
Για ν' αναπληρώσω της έλλειψη ιδιοφυίας λέει ο Alberti στο Περί Αρχιτεκτονικής ερευνούσα ολοένα. εξέταζα, μετρούσα και έκανα σχέδια  για το κάθε τι που άκουγα.
Ο κανόνας των αναλογιών για το ανθρώπινο σώμα, που αναπτύσσεται στο Περί γλυπτικής προέκυψε από την μέτρηση πολλών ατόμων.
Και υπάρχει ακόμη η άμεση του προσέγγιση στη ζωγραφική με κριτήριο αυτό που πραγματικά βλέπει το μάτι. Στην αρχή του πρώτου βιβλίου ο Alberti παρακαλεί να μην θεωρηθεί ως μαθηματικός γιατί οι μαθηματικοί μετρούν μονάχα με το μυαλό τους τις μορφές των πραγμάτων ξεχωριστά  από την ύλη αλλά ως ζωγράφος, που χρησιμοποιεί μια πιο αισθητηριακή σοφία. Λέει συγκεκριμένα ο ζωγράφος ασχολείται αποκλειστικά με την αναπαράσταση αυτού που μπορεί κανείς να δει.                          
                            
        


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου